Όνειρο θερινής νυκτός μέσα στην καρδιά του χειμώνα.



Όνειρα θερινής νυκτός κι ας τρέμει το κορμί από την παγωνιά.

Σε λίγα λεπτά μπαίνει ο νέος χρόνος και η απόφασή της ν΄ αλλάξει την χρονιά στην βεράντα με θέα τη θάλασσα είχε γίνει πράξη επιτέλους.

Μόνη της, ολομόναχη.

Μόνο οι σκέψεις της ήταν εκεί, ελεύθερες λόγω του ιδιαίτερου της βραδιάς να πετούν γύρω της, σαν νυχτοπεταλούδες. Τις κοιτούσε χαμογελώντας. Τις άφηνε να παίζουν κρυφτό ανάμεσα στα δάχτυλά της. Τις άφηνε να ξαποσταίνουν πάνω στο κρυστάλλινο ποτήρι της. Να γεύονται το κόκκινο γλυκό κρασί που την συντρόφευε. Που να ΄ξεραν οι καημένες τι τις περίμενε ....

Γιατί αυτό το βράδυ δεν θα ήταν συνηθισμένο. Οι καημένες οι σκέψεις δεν αφέθηκαν τυχαία έτσι ελεύθερες εκείνο το βράδυ. Δεν τις άφησε να αδειάσουν το κεφάλι της απλά για να ξεμουδιάσουν. Τις έδιωχνε. Άνοιξε το χρυσό τους κλουβί και τους έριξε το δόλωμα της ελευθερίας, κι αυτές ... αν και δύσκολα θα άφηναν τη ζεστή φωλιά τους, είπαν για λίγο να δοκιμάσουν τον αέρα εκεί έξω.

Χαμογελούσε βλέποντας τες να βγαίνουν, δειλά στην αρχή, μια, μια, και να δοκιμάζουν τα φτερά τους. Τις άφησε να παίρνουν θάρρος σιγά σιγά, να απομακρύνονται όλο και περισσότερο από την πόρτα του κλουβιού, του μυαλού της. Το βλέμμα της ημέρευε καθώς ένιωθε το κεφάλι της να αδειάζει από όλα αυτά τα μικρά επίμονα φτερουγίσματα. Μια γλυκιά ηρεμία την κυρίευε.

Γύρισε το βλέμμα της προς το σκοτάδι της θάλασσας. Τα σύννεφα πάνωθέ της βαριά, δημιουργούσαν φιγούρες που έμοιαζαν ζωντανές. Και να ... ανάμεσά τους μια γέρικη φιγούρα έφευγε προς τη δύση, σκυφτή, κουρασμένη, αλλά με βήμα ήρεμο. Τι ανάγκη είχε πια; Είχε μόλις παραδώσει τις έγνοιες σε εκείνη τη φιγούρα που λίγο πιο πίσω, ορθή και μεγαλοπρεπής έπαιρνε τη θέση της στον βαρύ σκοτεινό θρόνο που τα σύννεφα σμίλευσαν με τόσο κόπο εκείνη την άγρια βραδιά.

Ήρθε λοιπόν και το '18.

Με γαλήνιο βλέμμα γύρισε και κοίταξε πίσω της τις νυχτοπεταλούδες της που κουρασμένες είχαν αρχίσει και πλησίαζαν επικίνδυνα την είσοδο του κλουβιού της. Τα μάτια τους είχαν αγριέψει από την απρόσμενη αυτή ελευθερία που τους δόθηκε και ένιωσε ξαφνικά σαν να την πλησίαζε ηλεκτροφόρο ρεύμα.

Για μια στιγμή φοβήθηκε, τρόμαξε.

Αλλά όχι, δεν θα επέστρεφαν στο κλουβί τους. Η απόφασή της ήταν αμετάκλητη.

Δεν θα άφηνε να την φυλακίσουν ξανά με τα φτερουγίσματα τους. Τις κοίταξε προκλητικά και έκλεισε με θόρυβο την πόρτα του κλουβιού, αποφασισμένη για όλα. Εκείνες τα ΄χασαν, άρχισαν να βουίζουν γύρω γύρω από το κεφάλι της ψάχνοντας να βρουν μια είσοδο, κι όσο δεν έβρισκαν τόσο το πλησιάσμά τους φάνταζε πιο απειλητικό.

Δεν ήταν πια πεταλούδες, έπαιρναν άλλες μορφές. Έπαιρναν τις μορφές των ανθρώπων που αντιπροσώπευαν και τάραζαν την ψυχή της χρόνια τώρα, τις μορφές των προβλημάτων που μέχρι πριν λίγα λεπτά ζητούσαν επίμονα τη λύση τους ... άδεια πορτοφόλια, άδεια κρεβάτια, άδειες αγκαλιές, ξυπνητήρια και άπειρα "πρέπει", κι άπειρα "τρέχα", κι άπειρα "σκέψου" ..... Τρομακτικές μορφές γύρω της. Ακόμα κι αν έβλεπε σε αυτές τα παιδιά της, τους γονείς της, εκείνον, τους φίλους της. Απειλητικές φώναζαν για το χαμένο τους δίκιο.

Έκλεισε τα μάτια της, πήρε μια βαθιά ανάσα, κι ο παγωμένος αέρας της πρωτοχρονιάτικης νύχτας γέμισε τα πνευμόνια της οπλίζοντας την με δύναμη. Σήκωσε τα χέρια της ψηλά και τα κατέβασε με δύναμη σκορπίζοντας τις απειλητικές φιγούρες που με μιας χάθηκαν από μπροστά της.

Ξαφνικά μια απόλυτη σιωπή. Ακόμα κι ο αέρας πίσω της έπαψε. Λες κι η φύση σεβόμενη εκείνη την ιερή στιγμή της, σίγησε για να την κάνει πιο επιβλητική.

Με την ικανοποίηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της πήγε για ύπνο και κοιμήθηκε μετά από πολλά πολλά χρόνια ήρεμη και γαλήνια.

Το πρώτο πρωινό του '18 εμφανίστηκε με τους καλύτερους οιωνούς. Το χάδι του ήλιου στο πρόσωπό της, η ζεστασιά του, την έκαναν να ανοίξει τα μάτια της δύσκολα. Της άρεσε το πρωινό χουζούρεμα στο κρεβάτι, αλλά σχεδόν ποτέ δεν το βίωνε καθώς έπρεπε πάντα κάτι να κάνει, έπρεπε πάντα κάτι να σκεφτεί. Μα τώρα, έτσι απλά δεν είχε να κάνει τίποτα και δεν είχε να σκεφτεί τίποτα. Αγκάλιασε το μαξιλάρι της, η μόνιμη συντροφιά στο κρεβάτι της τα τελευταία χρόνια και βυθίστηκε κάτω από τις ευλογίες του ήλιου σε έναν βαθύ ύπνο.

"Μια υπέροχη βραδιά καλοκαιριού! Ο ουρανός γεμάτος από εκατομμύρια άστρα που το καθένα έδινε από μια υπόσχεση. Λαμπερά, χαμογελούσαν εκείνο το βράδυ της απόλυτης άπνοιας και στο βάθος του ορίζοντα εκεί που ο ουρανός γινόταν ένα με τη θάλασσα, απολάμβαναν το μπάνιο τους, σκορπώντας τη λάμψη τους στα σκοτεινά νερά.

Περίμενε κάμποση ώρα. Είχε υποσχεθεί ότι θα έρθει. Στην ουσία εκείνος είχε ζητήσει εκείνη τη συνάντηση, άρα έπρεπε να έρθει. Βέβαια από την άλλη, δεν ήταν λίγες οι στιγμές που είχε αποδειχτεί μάλλον ασυνεπής σε ό,τι υποσχόταν. Αλλά κάτι της έλεγε ότι απόψε θα ερχόταν.

Ξάπλωσε στην άμμο, ζεστή κι απαλή ήταν, είχε περάσει μια καυτή ημέρα από πάνω της. Βάλθηκε να μετρά τα αστέρια. Θα ΄χε φτάσει τα χίλια, όταν ήρθε και κάθισε δίπλα της.

-Συγνώμη που άργησα, ξέρεις, έπρεπε να βρω μια καλή δικαιολογια!

-Δεν πειράζει, έχω συνηθίσει!

-Λοιπόν, ήθελα πολύ να σε δω, ονειρευόμουν νύχτες τώρα να σε πάρω σε αυτήν εδώ την αμμουδιά. Θέλω να σε βλέπω γυμνή κάτω από τα αστέρια και δίπλα να χαϊδεύει τα κορμιά μας το κύμα. Βέβαια δεν έχει κύμα απόψε, αλλά δε με χαλάει.

-Ωραία εισαγωγή! Και τι θες τώρα; να γδυθώ και να πέσω στα τέσσερα;

Το γέλιο του έσπασε την ηρεμία της θερινής νύχτας.

- Όχι μωρό μου, έλα πάμε να σου δείξω κάτι.

Τη βοήθησε να σηκωθεί και άρχισαν να περπατούν. η αμμουδιά κατέληγε σε μια σειρά από βράχια που σχημάτιζαν ανάμεσά τους μικρά μονοπάτια άμμου που οδηγούσαν σε μια μικρότερη, αθέατη, γνωστή σε ελάχιστους.

'Έφτασαν εκεί και την αγκάλιασε δυνατά. Με εκείνην την αγκαλιά που νόμιζε ότι θα έπαγε σε κομμάτια μέσα της. Τρυφερή δεν μπορούσες να την πεις. Ήταν απλά ... δυνατή. Από την μια την έπνιγε και από την άλλη την έκανε να αισθάνεται ότι η δύναμή αυτή είναι στήριγμα, το στήριγμα που τις έλειπε.

Κι έτσι απλά αφέθηκε σε ό,τι επακολούθησε, σε μια καυτή συνεύρεση, πάνω στην καυτή άμμο, μια καυτή θερινή νύχτα. Με τα άστρα να λάμπουν από πάνω τους και το ανεπαίσθητο κύμα να χαϊδεύει τα γυμνά κορμιά τους.

Περιέργως δεν έφυγε αμέσως. Έγειρε ολόγυμνος δίπλα της και αφέθηκε να κοιτά τον ουρανό και να μιλά.

-Αυτή ήταν η τελευταία φορά. Δεν πρέπει να ξαναβρεθούμε. Είναι άδικο. Κάθε φορά αφήνομαι στην καύλα που με καίει και μετά με καίνε οι τύψεις.

-Άδικο για ποιον;

-Μα για τη Βέρα. Το άνθρωπο που επέλεξα να είναι δίπλα μου.

-Εγώ πάλι νομίζω ότι είναι άδικο για μένα.

-Για σένα γιατί; Παίρνεις από μένα αυτό που θες.

-Παίρνω αυτό που μου δίνεις. Δεν με έχεις ρωτήσει ποτέ τι θέλω.

- Και τι θέλεις δηλαδή;

-Να με αγαπήσεις, όσο σ΄ αγαπώ κι εγώ. Και να ζω αυτό που έζησα εδώ, το όνειρο αυτής της καυτής θερινής νύχτας, κάθε βράδυ. Και κάθε πρωί να ξυπνάω δίπλα σου, να σε φροντίζω και να με φροντίζεις.

Ξανά το δυνατό του γέλιο τάραξε τη στιγμή.

-Πώς σου ήρθαν όλα αυτά; Εμείς οι δυο μαζί δεν είμαστε γεννημένοι για τέτοια. Εμείς οι δυο μαζί είμαστε πολύ underground για τέτοιες πεζές στιγμές. θα πρέπει να ξεχάσεις αυτά τα ηλίθια όνειρα θερινών νυκτών. Φεύγω. Αντίο!

Κι έφυγε! Αλλά προς τη θάλασσα. Περπάτησε έτσι γυμνός προς το νερό. Βήμα, βήμα, όλο και πιο βαθιά. Καλύφθηκαν τα πόδια του, ο κορμός τους, ο λαιμός του και τέλος ολόκληρος από νερό. Χάθηκε εκεί στη θάλασσα, αθόρυβα, τόσο αθόρυβα όσο είχε εμφανιστεί νωρίτερα εκείνο το βράδυ δίπλα της."

"Χρόνια πολλά, καλή χρονιάαααααα!!!! Ξύπνα, έχει τέλεια μέρα, πάμε να περπατήσουμε στον ήλιο!"

Οι φωνές από τις κολλητές της την ξύπνησαν σκορπώντας το όνειρο της θερινής νύχτας της στον αέρα του γεμάτου ήλιου δωματίου της.

Χάθηκε στη θάλασσα και επιτέλους ήταν ελεύθερη. Οι νυχτοπεταλούδες σκέψεις της και ο άνθρωπος βάσανο της ψυχής της, είχαν χαθεί για πάντα.

Εκείνη η πρώτη μέρα του '18 ήταν η καλύτερη της ζωής της!

Χρυσούλα Σκλαβενίτη

Νηπιαγωγός με καταγωγή από τη Λευκάδα. Εδώ μέσα κάνω πράξη τα ελάττωμα μου: να φωτογραφίζω, να ερευνώ και να γράφω για το νησί μου, σ΄ ένα μείγμα ρομαντισμού και αυστηρού ρεαλισμού... γιατί πάντοτε ακροβατούσα ανάμεσα σ' αυτά τα δυο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου