Κάτι χάσαμε στο δρόμο


Δεν γεννήθηκα στη Λευκάδα.
Δεν έζησα εκεί παρά μόνο τα καλοκαίρια μου. Περιορισμένη σε ένα "μικρόκοσμο"  χώρου και ανθρώπων.
Κι έτσι έμαθα λίγα, ελάχιστα για το πώς ζούσαν οι άνθρωποι της, για το πώς ήταν μια τυπική μέρα σε ένα λευκαδίτικο χωριό, για το τι ασχολίες και τι προτεραιότητες είχαν.
Ίσως βέβαια να φταίει σε αυτό το γεγονός ότι περνούσα τις διακοπές μου σε ένα χωριό ουσιαστικά συνταξιούχων ναυτικών, απομάχων της ζωής που δεν είχα δεσμούς με τη γη.Το μόνο που θυμάμαι από το άλλο μου χωριό, της μητέρας μου, είναι τον παππού, που έβλεπα ελάχιστα, μιας και ήταν από τα αξημέρωτα μέχρι τα βαθιά μεσάνυχτα στα ζώα του και τη γιαγιά να μας δίνει τσάντες με ζαρζαβατικά από τους κήπους της και να ταΐζει τις κότες. Κι αυτές είναι οι ελάχιστες εικόνες που έγιναν ανάμνηση για ένα παιδί γεννημένο και ουσιαστικά μεγαλωμένο στην μεγάλη πόλη. Για ένα παιδί που Λευκάδα σήμαινε μπάνιο στο Δεσίμι, παγωτό στο Νυδρί και σουβλάκι στον Jim the Greek.
Για ένα παιδί που η Λευκάδα αποδείχτηκε μια άγνωστη λέξη.
Όταν αποφάσισα να την  γνωρίσω, πολλά χρόνια αργότερα έπεσα σε μια βαθιά θάλασσα, άγνωστη τελείως, που όσο κι αν με γοήτευε το χρώμα της , τόσο με έκανε να νιώθω ακόμα πιο ασήμαντη απ΄ ότι ήμουν μέσα στην απεραντοσύνη της και το βάθος των νερών της μου προκαλούσε δέος. Και δεν είχα και σωσίβιο!
Απεραντοσύνη; Μα ... η Λευκάδα, λένε, είναι μικρή, τι ΄χει να δείξει; Τι να κρύψει. Σε μια γύρα της τα ΄χεις δει όλα.
Τότε εγώ γιατί ακόμα ψάχνω; Γιατί έχω κάνει τόσες πολλές γύρες και δεν έχω δει τίποτα, απολύτως τίποτα ακόμα. Γιατί όλο βγαίνει κάτι μπροστά μου που δεν το ξέρω, που δεν το ΄χω ακούσει ποτέ, που το ξέρουν, αν το ξέρουν, λίγοι και εκλεκτοί,  κι εγώ δεν θα μπορέσω ποτέ να το κάνω κτήμα μου.
Γιατί απλά δεν έχω αναμνήσεις από όλα αυτά που ανακαλύπτω και δεν μπορώ να τα στήσω στο μυαλό μου, να τα δω έστω και με τη φαντασία μου. Γιατί δεν έχω δεσμούς με τη γη της, με τη γη της που στήνει και ξεστήνει. Κι αυτά τα "στήνω/ξεστήνω" ανακαλύπτω εγώ τώρα και τρέμω από δέος,  με τη γη που θρέφει και που ξεδιψά αλλά και  με τη γη που ξέρει να εκδικείται όταν την κοιτάξεις υποτιμητικά και την αφήσεις στην άκρη σαν κάτι μικρό κι ασήμαντο, ξεχνώντας ότι ο μικρός και ο ασήμαντος μπροστά της είσαι εσύ, ο άνθρωπος.
Και ζηλεύω τους ανθρώπους που την έχουν ζήσει, που την έχουν γευτεί, που αποτελούσαν μέλη στενά δεμένα μαζί της, σε αυτές τις παλιές εποχές, της εποχές της γης  που όλα ήταν μεν πιο δύσκολα, αλλά και πολύ πιο απλά και γιατί όχι αγνά.
Ναι, είμαι μια ρομαντική ονειροπόλα που έχει θεοποιήσει το παρελθόν και τη γη του νησιού της και που είναι σίγουρη ότι σε αυτήν πρέπει να επιστρέψουμε για να προλάβουμε να αποκτήσουμε έστω και τώρα μνήμες κι εμείς αλλά να έχουν και  τα παιδιά μας.
Διαβάζοντας ότι πέσει στο χέρι μου για το νησί, κλέβοντας μνήμες άλλων, δάκρυσα σε αυτό το κείμενο "αντί προλόγου" που βρήκα σε ένα βιβλίο που ένας καλός φίλος μου χάρισε. Ένα βιβλίο ενός "φανατικού Αηπετρίτη", κι εγώ το πάω πιο μακριά και λέω "φανατικού Λευκαδίτη".
Ένα κείμενο που σίγουρα αντιπροσωπεύει μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων που έμαθαν να ζουν από τη γη και για τη γη και που πλέον την βλέπουν να ρημάζει και να αφήνεται για χάρη κυρίως του τουρισμού. Του τουρισμού, που έχει χίλια καλά, δε λέω και έχει προσφέρει στο νησί, αλλά στήθηκε άτσαλα και βιαστικά. Και πλασαρίστηκε με τέτοιο τόπο ώστε να  μας κάνει να ξεχάσουμε κάτι σημαντικό, ότι από τη γη ερχόμαστε και είμαστε άρρητα δεμένοι μαζί της. Ξεχάσαμε ότι  μπορεί η φροντίδα της γης και η ενασχόληση μαζί της να κυλίσει παράλληλα και με τον τουρισμό και με κάθε είδους εξέλιξη που μας επιβάλλει η κάθε εποχή. Ότι η γη μπορεί να αποτελέσει μέρος του τουρισμού και μάλιστα σημαντικό. Ότι η παράδοση και φύση είναι η πρώτη ύλη για τουριστική αξιοποίηση, αρκεί να την συντηρείς και να την φροντίζεις.
Επέλεξα να μεταφέρω εδώ λοιπόν κάποια κομμάτια του κειμένου, έτσι απλά για αναπόληση!
"Αναπόληση
Είναι κάποιες φορές που ξεχνιέμαι κοιτάζοντας τον τεράστιο λευκό τοίχο της απέναντι πολυκατοικίας και αρχίζω να βλέπω σκιές και χρώματα που σιγά σιγά γίνονται οι γνώριμες μορφές των Σταυρωτών, της Σκούλης, του κάμπου του Αγίου Πέτρου, του Ανεμόμυλου, του καμπαναριού, του χωριού μας.
Είναι εκείνες οι φορές που αφήνομαι και αναπολώ γλυκά γλυκά τις θύμισες των παιδικών μου χρόνων.
....
Θέλω όμως, με λύπη να ομολογήσω ότι ο Άγιος Πέτρος, που τόσο αγαπώ, με πληγώνει όλο και πιο πολύ τελευταία.
Παλιότερα καμάρωνα ότι κατάγομαι από ένα χωριό που έχει μεγάλη επάρκεια και αυτάρκεια σε προϊόντα. Αυτό γιατί κάθε σπίτι του είχε όλα τα απαραίτητα σε αφθονία και δεν χρειαζόταν να αγοράσει σχεδόν τίποτα. Πράγματι τα κατώγια ήταν γεμάτα κάθε λογής καλούδια, στάρι, κρασί, λάδι, δημητριακά, όσπρια, πατάτες, σκόρδα, κρεμμύδα, παστές σαρδέλες και ελιές, πετιμέζι, τυρί , αβγά, αμύγδαλα κτλ. Το κρέας ήταν εξασφαλισμένο από τα μαρτίνια, τα κουνέλια, τα κοτερά, το γουρουνόπουλο και το κυνήγι. Χόρτα, λαχανικά και φρούτα υπήρχαν άφθονα στους αγρούς και στον κήπο.
Έχω αρκετά χρόνια τώρα που σταμάτησα να καυχιέμαι, μια που και τι χωριό μας κατάντησε να αγοράζει τα πάντα με μοναδική ίσως εξαίρεση το λάδι.
Ευδόκησα να μεγαλώσω σε ένα ζωντανό χωριό με πάνω από 200 μαθητές στο σχολείο, σε ένα χωριό που έσφυζε από ζωή γεμάτο κόσμο και ζεστασιά.
Γι΄ αυτό με πληγώνει η τωρινή του απογύμνωση, η συνεχιζόμενη απογύμνωση του και ο αργός του θάνατος. Αποζητάω λοιπόν το χωριό των δικών μου παιδικών χρόνων και μαζί θυμάμαι και αναπολώ:
· Το άρωμα από το ζεστοφούρνι σε κάθε γειτονιά του χωριού.
· Τη μυρωδιά και τη γεύση της ξερικής ντομάτας από τον κάμπο μας.
· Τη γεύση της ζούπας από πυρωμένο ζυμωτό ψωμί παπαρωμένο με γνήσιο λαδόκρασο.
· Την ξεχασμένη πια γεύση του ξινάσκαμνου, του βατόμουρου, του κορόμηλου, του αγραπιδιού.
· Τις πίτες, τις κουλούρες, τις μπαρμπακιόλες, τα κουκιά και τα ρεβίθια που ψήναμε στη χόβολη της γωνιάς.
· Τα πατσούρια με το τυρί και τις τηγανίτες με το μέλι που φτιάχναμε τις βροχερές μέρες.
· Το σταυρό, το χριστοκούλουρο, το φωτοκούλουρο, το λαμπροκούλουρο και τις βλάχες που έφτιαχναν οι νοικοκυρές στις γιορτές.
· Την τσαντίλα με το τυρί και το σκουπούλι με τη σαλαμούρα κρεμασμένα στην κολόνα του φραγκιάτου.
· Τη μυρουδιά του νιόσκαφτου χώματος που ανοίγεται από το γενί ή το τσαπί για να ρουφήξει το γεννήτορα σπόρο.
· Την ξαφνική μπόρα στην ύπαιθρο, χωρίς ομπρέλα ή κατσούλι και το δέος από την άμεση επαφή με τα αστραπόβροντα.
· Το ξέφρενο πανηγύρι στο θέρο, στο αλώνισμα παλιά με τ΄ άλογα και αργότερα με τις μηχανές, στον τρύγο, στο πατητήρι.
· Τον ύπνο στην μπαράγκα και την κρεββάτα στον πλάτανο με μοναδικό σκέπασμα τον έναστρο ουρανό.
· Το φρέσκο νερό της Καλομπηγής, του Καναλιού, ....
· Το μάγκανο στον κάμπο που χτύπαγε ρυθμικά συνθλίβοντας τα σκουλιά από το λινάρι.
· Το πανηγύρι των Αγίων Αποστόλων, με τις ζυγιές τα όργανα και τους πολυπληθείς πανηγυριώτες που γέμιζαν το χωριό.
· Τα παιχνίδια που φτιάχναμε μόνοι μας τριτσόνια και τρακατρούκες και τις αγρυπνιές, λαστιχέρες και ξυλοτούφεκα για κυνήγι, κούκλες, σφυρίχτρες, σκάστρες, χαρταετούς.
· Τα "θεατρικά" που ετοίμαζαν πολλές φορές οι μεγάλοι και τις πρόβες τις έκαναν τα βράδια στα λιτρουβιά και στα καφενεία.
· Το πένθος και το θρήνο ολόκληρου χωριού σε κάθε ξόδι.
· Την "παρακαλιά", πηγαία εκδήλωση αλληλεγγύης, όταν όλο το χωριό βοηθούσε όποιον είχε ανάγκη ...
· Την "προσωπική εργασία", μια συστράτευση των χωρικών για να γίνει κάποιο κοινόχρηστο έργο.
· Τα ρόδια, τα κυδώνια και τα πορτοκάλια που κρεμούσαμε δίπλα στα εικονίσματα.
Θυμάμαι και αναπολώ όλα αυτά και άλλα πολλά ...
......................................................................
Ε
μείς που ζυμωθήκαμε με το πρωτόχωμα της Μάνας γης και μεγαλώσαμε κοντά και μαζί με τη νια ζωή που αέναα "προβαίνει σγουρή και χολάτη από τη γη" δεν θα καταφέρουμε ποτέ να συμβιβαστούμε με τη δεύτερη αστική ζωή που αναγκαστήκαμε να ζούμε.
Στις πορείες μου τα καλοκαίρια στην ύπαιθρο, ... , συνάντησα δεκάδες δέντρα γεμάτα ώριμα φρούτα εντελώς απείραχτα, ..., συκιές βαρυφορτωμένες με σύκα που στάζανε μέλι αλλά σάπιζαν ατρύγητα στα κλαριά....
Το τραγικότερο όμως είναι ότι σε λίγο, ούτε τις ελιές, το μόνο προϊόν που μας απέμεινε, δεν θα τινάζουμε γιατί θα είναι ασύμφορο και θα τις αφήνουμε στα δέντρα να τις τρώνε τα πουλιά.... αν υπάρχουν κι από αυτά."
Στάθη Γ. Μαργέλη "Άνθια Αηπετρίτικα" (Χορηγός έκδοσης Στάθης Μαργέλης) (σελ.11-15)



    Το κείμενο αναρτήθηκε στο My Lefkada

Χρυσούλα Σκλαβενίτη

Νηπιαγωγός με καταγωγή από τη Λευκάδα. Εδώ μέσα κάνω πράξη τα ελάττωμα μου: να φωτογραφίζω, να ερευνώ και να γράφω για το νησί μου, σ΄ ένα μείγμα ρομαντισμού και αυστηρού ρεαλισμού... γιατί πάντοτε ακροβατούσα ανάμεσα σ' αυτά τα δυο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου