Παραμονή με τα καρκατζέλια




Παιδί της πόλης, έβλεπα το νησί μονάχα το καλοκαίρι και το Πάσχα. Ποτέ δε μ΄ είχαν φέρει οι δικοί μου να κάνουμε τις γιορτές στη Λευκάδα. Μέχρι που πήρα μονάχη την απόφαση και ανακοίνωσα ότι παραμονή πρωί πρωί φεύγω για το νησί. Και το μεσημεράκι έμπαινα στο χωριό μου που ΄ταν ήσυχο και γαλήνιο μέσα στην ηλιόλουστη αλλά παγωμένη μέρα.

Με είχε τυλίξει σφιχτά ο ενθουσιασμός.  
Τόσο που τα μάτια μου ήταν ορθάνοιχτα και κοιτούσαν τα πάντα γύρω τους μέχρι που μου φάνηκε ότι έπιασαν σκιές και φιγούρες όπου δε έπεφτε ήλιος, που μου ΄διναν την εντύπωση ότι πάσχιζαν να κρυφτούν. 
Και τα αυτιά μου  έπιαναν ήχους  που άλλοτε δεν τους είχα ξανακούσει και μου κέντριζαν τη φαντασία και την περιέργεια να ανακαλύψω την πηγή τους. Σαν τραγούδι έμοιαζαν απόκοσμο με μια μελωδία που θαρρείς κι έρχονταν από τα βάθη της γης.
Αλλά και τα ρουθούνια μου, γέμιζαν με τις μυρωδιές των γιορτών  στο χωριό με τους ξυλόφουρνους να ψένουν κουλούρια και μελομακάρονα και λαδόπιτες. Όμως πέρα από τούτες τις γνώριμες και ζεστές, μπλέκονταν και μ΄ εκείνες τις μυρωδιές του χειμώνα που έρχονταν σαν αεράκι από το δάσος από το μαγικό βουνό .... τους Σκάρους και με καλούσαν να πάω κοντά τους.

Πρώτη φορά λοιπόν Χριστούγεννα στο χωριό με τη βαβά μου.  

Το θυμάμαι εκείνο το πρώτο βράδυ της παραμονής πολύ έντονα. Πώς θα μπορούσα να το ξεχάσω άλλωστε;

Καθόμουν στη γωνιά που ΄βγαζε μια ζέστη βάλσαμο εκείνο το κρύο βράδυ και η βαβά μου τακτοποίγαγε τα γλυκά που ΄χε φτιάξει και τα τύλιγε με κόκκινο πανί και τα έβαζε ψηλά στα ράφια και τα σταύρωνε. Δεν την είχα ξαναδεί να σταυρώνει τις πιατέλες και τη ρώτησα. 

"Μα απόψε ψχή μ΄ βγαίνουνε τα καρκατζέλια, θα τα μαγαρίσουνε αν δεν τα ΄χω σταυρωμένα".

Μου φάνηκε τόσο αστεία η απάντηση της! 
Τα καρκατζέλια ... οι καλικάντζαροι δηλαδή που τάχα μου δήθεν βγαίνουνε απόψε στον απάνω κόσμο, τραβηγμένοι από τις μυρουδιές των χριστουγεννιάτικων εδεσμάτων, στο δικό μας κόσμο, αφήνοντας πίσω τους μισοτελειωμένο το έργο της καταστροφής που ΄χουνε ξεκινήσει και παλεύουν κάθε χρόνο: να ρίξουνε το δέντρο της γης και να βλέπουν τη γη σαν μπάλα να κυλάει στο διάστημα και να χάνεται για πάντα. 

"Έχεις δει ποτέ καρκατζέλι βαβά;" τη ρώτησα περιπαιχτικά

Μα εκείνη με κοίταξε με σοβαρό ύφος και μου ΄πε να σωπάσω "γιατί άμα μιλάς για δαύτα σου ΄ρχονται και δεν περνάς καλή νύχτα". 

Πήγε η βαβά για ύπνο και έκατσα εγώ να πίνω τσάι του βουνού με μέλι και μια τζούρα κονιάκ, έτσι για το κρύο. Έξω από το παραθύρι, έβλεπα παραπέρα το δάσος στην πλαγιά του βουνού. Το σπίτι της βαβάς ήταν στο τέλος του χωριού. 

Οι βελανιδιές, τι ιερά δέντρα, τι μεγαλοπρεπή και βασιλικά ... στέκονταν ακίνητες και σοβαρές, σαν φρουροί του βουνού, να το φυλάνε από κάθε κίνδυνο και κακό. Δε φύσαγε, είχε μια ξαστεριά που θα τη ζήλευε το καλοκαίρι.  Τέτοια ηρεμία στη νυχτιά είχαν χρόνια να νιώσω. Κανένας ήχος και καμία κίνηση δεν τηνε χάλαγε. 


Κι άξαφνα μου φάνηκε ότι τα κλαδιά τους έπαιξαν και κινήθηκαν πάνω κάτω, κι εκεί που ανοιγόκλεισα τα βλέφαρά μου να δω καλύτερα λουστήκανε τα δέντρα με μια λάμψη που δεν ήρθε από τον ουρανό αλλά από τη γη. 
Κι άξαφνα ένας πίδακας από φως και λάμψη κι άστρα και χρυσάφι πετάχτηκε από το βουνό που λίγες οργιές παραπέρα βρυχήθηκε σα δράκος και ταρακουνήθηκε ο τόπος. "Σεισμός" σκέφτηκα μα όλα γύρω μου στο σπίτι ήταν ήσυχα και ατάραχα. Όλη η κίνηση και η φασαρία ήταν εκεί λίγες δεκάδες μέτρα μακριά μου κι ο μοναδικός θεατής του λαμπερού χαλασμού εγώ. 

Εκεί που σκέφτηκα ότι θα έβαλα πολύ κονιάκ στο τσάι, μια πράσινη λάμψη και ένα φως μαγικό έβαψε το παραθύρι κι σκόρπισε μέσα στο δωμάτιο ακάλεστο και έκατσε πάνω σε κάθε τι και αρνιόταν να φύγει. Τα ΄χασα η έρμη και δεν ήξερα αν ήμουν ξύπνια ή κοιμισμένη, μέχρι που βρέθηκα άξαφνα έξω από το σπίτι. Κι το πράσινο φως πίσω μου έσβησε τόσο άξαφνα όσο άξαφνα άναψε. 


Κι η ξαστεριά κι η λάμψη και ο φωτεινός πίδακας χάθηκαν και μια καταχνιά και ομίχλη είχε καλύψει τη πλάση γύρω μου.
Απόμεινα μονάχη μου μέσα στην ερημιά να έρχονται στα αυτιά μου ήχοι σαν κι εκείνους του σιγανούς που ΄χα ακούσει και το μεσημέρι, αλλά τώρα ήταν δυνατοί και περίεργοι και απόκοσμοι τελείως. Χωρίς να μπορώ να κουνήσω τα πόδια ή τα χέρια μου, σαν άγαλμα στη μέση του χωραφιού έξω από το σπίτι της βαβάς μου άκουγα τα πάντα, χωρίς όμως να μπορώ να καταλάβω αν έρχονταν από πλάσματα ανθρώπινα ή μαγικά. Αν ήταν συζητήσεις ή καυγάδες, αν ήταν τραγούδια χαράς ή μοιρολόγια, αν έρχονταν από το δάσος ή το χωριό.

Κι ύστερα άκουσα ένα ποδοβολητό αλόγου και ήρθε και στάθηκε ένα άσπρο άτι μπροστά μου και με κοίταξε κατάματα κι μου μίλησε με ανθρώπινη φωνή: 

"Βιάσου, ανέβα να φύγουμε να προκάμουμε τη γιορτή".


Κι ύστερα όλα γινήκανε γρήγορα. Βρέθηκα χωρίς δεύτερη σκέψη πάνω στην πλάτη του αλόγου κι έτρεχα σε πλαγιές και δάση, χωρίς να ξέρω που βρίσκομαι, χωρίς να βλέπω μπροστά μου φως παρά καταχνιά και σκοτάδι και εκείνο ήταν σα να πέταγε πάνω από βάτα και δέντρα και εικονίσματα και χωράφια και αλώνια. 
Κρύο δεν ένιωθα κι ας ήτανε καταχείμωνο. Μια ζέστη είχε απλωθεί μέσα στο σκοτάδι που ΄βγαινε από τη γη σα να ξέρναγε η μάνα των πάντων,  τη θέρμη που ΄χε στα σωθικά της. 

Βρέθηκα ξαφνικά να είμαι ψηλά μονάχη μου και πάλι, και το άλογο χάθηκε σαν σύννεφο στον ουρανό. Αλλά τώρα όλα αλλάξανε και πάλι γύρω μου. Το σκοτάδι και το σύννεφο της ομίχλης χαθήκανε σα να άνοιξε μια τεράστια κουρτίνα που ΄πιανε από τον ουρανό ίσαμε τη γη και η ξαστεριά ξαναφάνηκε κι έλαμψε ο τόπος πάλι από χρώματα και αρώματα πέταγαν στον αέρα μεθυστικά, σα να ήταν άνοιξη.

Και τότε άκουσα καθαρά και τα τραγούδια και τα είδα ......


Χιλιάδες ήτανε, μικροκαμωμένα και περίεργα. Κανένα δεν ήτανε ίδιο με τ΄ άλλο. Αυτιά και χέρια μεγάλα, κοντά και χοντρά πόδια, μυτερές σκούφιες και κόκκινοι μανδύες, ασχημόφατσες και ουρές ζώων. Στόματα που χαζογέλαγαν και μάτια γαλανά και πράσινα που έλαμπαν σαν ζαφείρια. Πλάσματα που ξεπηδούσαν από κάθε είδους φαντασία και παραμύθι. 
Μαζεμένα στο μεγάλο αλώνι του Αη Δονάτου γλεντούσαν και χόρευαν και έπιναν κρασί που έβγαινε από κάνουλες χωμένες στη γη κι έρχονταν ποιος να ξέρει από που .........

Έκανα να πλησιάσω να κατέβω το λόφο που μ΄ είχε αποθέσει το άλογο μα έπεσα πάνω σε ένα αόρατο δίχτυ και ένιωσα χίλιες λάμψεις να μπαίνουν στο κορμί μου, μα δεν πόνεσα. Κι ήρθε τότε μέσα από το δίχτυ και στάθηκε μπροστά μου ένα από κεια τα πλάσματα. Με κοίταξε σοβαρό στην αρχή και αυστηρό. Και μου πε με φωνή που μοιάζε διαόλου: 

"Μίλαγες για μας απόψε. Μας εκάλεσες ...ήρθαμε"

Και ύστερα έβαλε τα γέλια και μου ΄δωκε μια στην πλάτη και ένα ποτήρι να πιω κρασί και με έπιασε αγκαζέ και με ΄φερε στο γλέντι. 


Και χόρεψα και γλέντησα με εκειά τα πλάσματα ίσαμε το ξημέρωμα που ελάλησαν οι κοκοτοί και όλα χαθήκανε και βρέθηκα εγώ να ξυπνάω μπροστά στο σβησμένο τζάκι με το κεφάλι ζαλισμένο από το γλέντι και το χορό και μια μυρωδιά από λιβάνι να έρχεται στη μύτη μου και να με ζαλίζει πιο πολύ.

Ξημέρωσε Χριστούγεννα και η βαβά είχε φύγει για την εκκλησιά και είχε αφημένο στα ασπρισμένα σκαλιά το θυμιατήρι να διώξει τα καρκατζέλια ...



Χρόνια πολλά:


Ευχαριστώ θερμά τον Κωνσταντίνο Βεργίνη , το πολύ (αερικό) Ανδρέα Στραγαλινό και την πριγκίπισσα μου Φρόσω Χαλικιοπούλου για τις φωτογραφίες τους. 


Εύχομαι σε όλους τους φίλους του "Λευκάδα η πατρίδα μου" ευτυχισμένες και όμορφες γιορτές, υγεία, πολλά χαμόγελα και έμπνευση σε ό,τι σκαρώνουν στη ζωή τους!
Χρόνια πολλά!


Χρυσούλα Σκλαβενίτη

Νηπιαγωγός με καταγωγή από τη Λευκάδα. Εδώ μέσα κάνω πράξη τα ελάττωμα μου: να φωτογραφίζω, να ερευνώ και να γράφω για το νησί μου, σ΄ ένα μείγμα ρομαντισμού και αυστηρού ρεαλισμού... γιατί πάντοτε ακροβατούσα ανάμεσα σ' αυτά τα δυο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου