Τα τρία χρυσά παιδιά, τα τρία αγγελούδια




Μύθι λένε παραμύθι το κουκί και το ρεβύθι
δωσ΄ του κλότσο να κινήσει μες στα δάση να κυλίσει
Βασιλιάδες ν΄ αναστήσει και νεράιδες να ξυπνήσει
Κι ασημόδρομο να πάρει με τα δέντρα να μιλήσει
Τα χρυσά παιδιά να εύρη με μετάξι να τα ντύσει
στο παλάτι να γυρίσει και τη Δίκη να σκορπίσει.



Τα πολύ παλιά χρόνια λένε, στους Σκάρους,  απέναντι από τα Σφακιωτοχώρια, είχε ο βασιλιάς το παλάτι του.
Κάστρο απόρθητο φάνταζε και όπως το στεφάνωνε το δάσος πίσω του, έμοιαζε θαρρείς πώς ήταν αγγελικό.

Η βασιλομάνα καημό το ΄χε ο γιος της να παντρευτεί αρχοντοπούλα και πριγκίπισσα και όλο κανόνιζε με τις προξενήτρες να βρει την πιο όμορφη, την πιο πλούσια και την πιο προκομμένη για το παιδί της.

Ο γιος και κύρης της όμως δεν ήθελε παντρειές ακόμα και όλη τη μέρα εγύρναγε στα χωριά και στα χωράφια και στα δάση  να διαφεντεύει το βιος του και να τράει τσ΄ εργάτες του και τους υπηκόους του, και ένα τον ένοιαζε να ΄ναι καλό και δίκαιος.

Έφευγε το λοιπόν το πρωί καβάλα στο μαύρο άλογο του και εγύρναγε με το βασίλεμα του ήλιου. Κι όλη μέρα περιδιάβαινε στα χωριά, και στα χωράφια και τα αλώνια. Εσυζήταγε με τσ΄ εργάτες και με τσου γέροντες και εμάθαινε τα μυστικά του τόπου και τση γης του.

Εχειμώνιαζε κι ένα βράδυ ο βασιλιάς πέρναγε μέσα απ΄ τα στενά του Πρεμεντινού. Σκοτάδι μαύρο είχε καλύψει το χωριό και ψιλόβρεχε και τ΄ άλογο προχώραγε με προσοχή μην και ρίξει τον υψηλό αναβάτη του.
Και καθώς περνούσε έξω από ΄να χαμόσπιτο, άκουσε φωνές σαν αηδόνια να κελαηδάνε. Τρεις αδερφάδες μένανε εκεί δα και καθότανε στο παραθύρι τους κι εγνέθανε.
Κι έλεγε η καθεμία τα όνειρα και τσι επιθυμίες της, να τα ακούσει το ψιλόβροχο και να πάει παραπέρα, εκεί που μένανε οι ξουθιές που κάνανε τα όνειρα αληθινά.

Η μια η μεγαλύτερη είπε λοιπόν: "Αχ, να μ΄ αξίωνε η τύχ΄ μ΄ να ΄παιρνα τον ψωμά, να τρώω το καλύτερο ψωμί."
Είπε η μεσαία: "Αχ, να ΄παιρνα κι εγώ τον μάγερα να τρώω το καλύτερο φαΐ."
Αναστέναξ΄ η μικρότερη κι είπε: "Αχ, ας τ΄ ακούγανε οι ξουθιές, κει πέρα στα αλώνια, κι ας κάνανε να παντρευτώ το βασιλιά, να του κάμω τρία χρυσά παιδιά, τρία αγγελούδια. Το ΄να θα λάμπει σαν τον Ήλιο, τ΄ άλλο σαν το Φεγγάρι και το τρίτο το μικρότερο θα ΄χει την ομορφιά τση Πούλιας...."

Τ΄ άκουσε ο βασιλιάς και τ΄ άλλο πρωί αχάραγα, πήγε έξω απ΄το χαμόσπιτο με το μάγερα και το ψωμά του και εχτύπησε την πόρτα. Τα ΄χασανε οι κοπέλες και πέσανε στα γόνατα να προσκυνήσουν.
Κι εκείνος τσ΄ είπε: "Ποια είναι που ΄θελε άντρα το ψωμά;"  Και τσ΄ έδωκε τον ψωμά με ένα σακούλι λύρες.
"Ποια είναι που ΄θελε άντρα το μάγερα;" Και τσ΄ έδωκε το μάγερα με ένα σακούλι λύρες.

Και πήρε την τρίτη την μικρότερη απάνω στ΄ άλογο του και εκινήσανε για το παλάτι.

Στο δρόμο τηνε ρώτησε : "Αλήθεια είπες ότι θα μου κάμεις τρία χρυσά παιδιά, τρία αγγελούδια;"
"Αλήθεια κύρη μου κι αφέντη" είπε εκείνη ταπεινά και έσκυψε το κεφάλι.
"Κι άμα δώκει ο Θέος και δε μου τα κάμεις, τι θε να κάνω εγώ"
"Να μ΄ αφήκεις απά στους Σκάρους βασιλιά μου εκεί π΄ αρχινάει το μονοπάτι του δάσους, κι εκεί θα μ΄ αναλάβουνε τα πλάσματα του βουνού." 

Κι εσυμφωνήσανε!

Μόλις αριβάρανε στο παλάτι και βλέπει η βασιλομάνα τα κουρέλια που εφόραγε η κοπέλα ελύσαξε από το κακό της που ο γιος της, ο βασιλιάς, τσ΄ έφερε μια παρακατιανή για νύφη κι έβαλε σκοπό να τηνε διώξει με κάθε τρόπο κι έπιασε να του μιλάει ώρες κι ώρες. Μα ο γιος της δεν άκουγε τα λεγόμενα της και τσ ΄ είπε ότι η γυναίκα του θα του κάμε τρία χρυσά παιδιά, τρία αγγελούδια.

Εγίνηκε όμως πόλεμος πέρα στο Ξηρόμερο κι έφυγε ο βασιλιάς να βοηθήσει τ΄ αρχοντόπουλο εκεί που ΄ταν σόϊ του. 
Και τότενες εγέννησε η γυναίκα του το πρώτο τους παιδιά που ήρθε σαν Ήλιος ένα πρωί και έλαμψε ο τόπος ίσαμε πέρα στην Ελάτη.  Μα η βασιλομάνα επήρε τ΄ αγγελούδι και το ΄στειλε με το βοσκό της πέρα στους Σκάρους, εκεί που ορίζανε οι φύλακες τη ζωή και το θάνατο και του ΄πε να τ΄ αφήκει στην αρχή του μονοπατιού, μέσα σε ένα τσουβάλι, μη τυχόν κι η λάμψη του το σώσει.

Εγύρισε ο βασιλιάς από τον πόλεμο και ζήτησε να ιδεί το παιδί του κι ηύρε τη γυναίκα του να κλαίει και να ωρύεται πώς εκείνη την είδε την λάμψη του μωρού, μα μετά της εφέρανε ένα γατσούλι τυλιγμένο σε ένα κουρέλι να το βυζάνει. Και του δειξε το γατσούλι. Κι ορκιζότανε η έρμη σε θεούς και άγιους και επήγε μετά εκειός θυμωμένος στη μάνα του και τηνε ρώτησε και του ΄πε κείνη πώς ονειρεύτηκε η παλιοκόπελα τη λάμψη και το γατσούλι εβγήκε απ΄ την κοιλιά της και τι τηνε ήθελε την παρακατιανή μες στο σαράι τους...

Κι είπε ο βασιλιάς να περιμένει και το δεύτερο παιδί του και έπαιρνε μαζί τ΄ το γατσούλι να το μάθει να καβαλάει τ΄ άλογο και να παίζει με το σπαθί. 
Μα το βράδυ που καθότανε με το γατσούλι στην αυλή κι εβλέπανε πέρα το βουνό στο δάσος με τσι βελανιδιές, εβλέπανε μια λάμψη και το γατσούλι του ΄λεγε:
"Σε γέλασε η γριά η βάβω
κι έβαλε μέσα στον κάμπο
τέσσερα μαύρα ποδάρια
και τα δυο τα χρυσά 
τα πέταξε μες στα σκαριά"

Μα ο βασιλιάς δεν καταλάβαινε κι όλο έπαιζε με το γατσούλι.

Ήρθε ο καιρός κι εκάλεσε ο βασιλιάς ο Πύρρος πέρα στα βουνά τσου βασιλιάδες ούλους να μιλήσουνε για θέματα σοβαρά.

Κι έκανε ο διάολος και εγέννησε τότενες η γυναίκα του το δεύτερο παιδί που ήταν ίδιο το Φεγγάρι. Κι είδε η έρμη τη λάμψη του, μα μετά λιγοψύχισε κι όταν ματάνοιξε τα μάτια της, τση δώκανε να βυζάνει ένα πρόβατάκι. 
Και πήρε η βάβω το παιδί και το ΄στειλε κι εκειό απά στους Σκάρους μέσα σε ένα τσουβάλι.
Κι έκλαιε η έρμη η παλιοκόπελα κι ορκιζότανε στην Παναγιά και τσ΄ αγγέλους πώς εκείνη παιδί εγέννησε, και πάλε ο βασιλιάς μόλις εγύρισε επίστεψε τη μάνα του και τσ΄ είπε τση γυναικός του πώς έχει άλλη μια βολά ευκαιρία κι αν δεν του κάνει και τότε χρυσό παιδί θα την αφήκει πέρα στους Σκάρους να τηνε φάνε οι φύλακες του δάσους, γιατί έτσι ενομίζανε μαθές πως τρώνε εκείνοι ανθρώπους.

Κι έπαιρνε το πρόβατο μαζί με το γατσούλι κι επήγαιναν για κυνήγι στο δάσος γύρω απ΄ το παλάτι και ακούγανε μέσα από τα δέντρα δυο αηδόνια να κεληδάνε και ελάμπανε τα δέντρα πάνω στο βουνό κι ελέγανε και τα δυο τα ζωντανά μαζί στο κύρη τους:
"Σε γέλασε η γριά η βάβω
κι έβαλε μέσα στον κάμπο
τέσσερα μαύρα ποδάρια
και τα δυο τα χρυσά 
τα πέταξε μες στα σκαριά
για άλλη μια φορά"

Μα εκείνος δεν καταλάβαινε κι έπαιζε με τα ζωντανά κι πάλευε να τα κάμει ανθρώπους.

Όταν ήτανε να γεννήσει η γυναίκα του το τρίτο παιδί είπε ότι ο κόσμος ανάποδα να γύριζε δεν θα ΄φευγε απ΄ το παλάτι του κι ας γινόταν όλα στάχτη και μπούρμπερη κι όλο το νησί ας λαμπάδιαζε.

Μα η μάνα του που ήξερε τι θα γένει, του ΄δωκε να πιει κρασί γλυκό από την Εξάνθεια και έπεσε αυτός από τη ζάλη του σ'  ύπνο βαθύ κι έκαμε εκείνη τη στραβωμάρα της για να ξεκάνει μια και καλή τη νύφη της. 

Κι επήρε το τρίτο παιδί που ΄ταν κοπέλα, όμορφη και λαμπερή σαν την Πούλια και την έβαλε μεσ΄ στο τσουβάλι και την έστειλε απά στο βουνό με τον παλιοβοσκό που ΄τανε καλά πλερωμένος με ένα σακούλι χρυσές λύρες κι απέ έφυγε και κανείς δεν τον ξανάδε.

Κι εξύπνησε ο βασιλιάς κι ηύρε τη γυναίκα του ξεμαλλιασμένη και τρελή και φωνάζει τα χρυσά παιδιά της και ένα γρουν΄ πεταμένο μέσα στη σαρμανίτσα να σκούζει για γάλα.

Και τότε εθύμωσε και τηνε μαστίγωσε με το καμτσίκι τ΄ αλόγου και τηνε έστειλε καβάλα σε ένα άσπρο άλογο στο δάσος να χαθεί και να τη φάνε οι φύλακες του δάσους, γιατί έτσι ενομίζανε μαθές πώς τρώνε εκείνοι ανθρώπους.

Κι έμεινε εκειός με τα τετράποδα να χαλεύει να τα κάμει ανθρώπους και εκείνα να του λένε το δειλινό που αγναντεύανε εκείνη τη λάμψη που ΄βγαινε απ΄ τους Σκάρους:
"Σε γέλασε η γριά η βάβω
κι έβαλε μέσα στον κάμπο
τέσσερα μαύρα ποδάρια
και τα δυο τα χρυσά 
τα πέταξε μες στα σκαριά
για τρίτη φορά".

Επέρασε ο καιρός κι η βασιλομάνα τα ΄χε συμφωνημένα με το βασιλιά του Ζάντε να πάρει ο γιος της την κοπέλα του με ένα καράβι προικιά γεμάτο και διαμαντικά. 
Κι ήρθανε ο λαλάς τση κοπέλας πρώτα με τη συνοδεία του να δούνε το νέο σπιτικό τση τσάτσας τ΄.

Επήρε ο βασιλιάς τα "παιδιά" τ΄ και το μελλοντικόνε κουνιάδο τ΄ να πάνε για κυνήγι στους Σκάρους. 
Μα τ΄ αρχοντόπουλο εχάθηκε στο δάσος και έσπασε ο διάολος το ποδάρ΄ του κι εβγήκε μπροστά σε εκειό το μονοπάτι που το φυλάγανε οι φύλακες, ίσα την στιγμή που βγήκε το φεγγάρι. 
Και σαν μαγεμένος ακολούθησε τη λάμψη που ΄βγαζε η γης και έκανε το μονοπάτι να λαμποκοπά σαν ασήμι. 
Κι εκεί όπου προχώραγε εβγήκανε οι φύλακες. Είχανε τραγοπόδαρα και ανθρώπου κεφάλι και τονε κοιτάξανε αυστηρά γιατί δεν ξέρανε τι θέλει στο δάσος τους και ελέγανε μη ήρθε να το καταστρέψει.  Τονε δέσανε το λοιπόν με ένα ασημένιο σκοινί και τον εφέρανε μπροστά σε μια σπηλιά που δεν ήταν μαύρη και σκοτεινή αλλά λαμποκομπούσε σαν ήλιος και φεγγάρι μαζί. Κι εκειός  εκοίταζε σα χαμένος ολόγυρα του. 

Και βγήκε τότες μια πανώρια Κυρά από μέσα ντυμένη με ένα αραχνοΰφαντο φουστάνι που κρατάγανε οι ίδιες οι αράχνες τσ΄ άκρες του και έτσι λουσμένη όπως ήτανε με το φως του φεγγαριού έμοιαζε με άγγελο τ΄ ουρανού ή με νεράιδα του αγέρα και τα ΄χασε ο νιος κι έπεσε στα γόνατα να τηνε προσκυνήσει.

Και εβγήκανε πίσω της τρία χρυσά παιδιά, τρία αγγελούδια που η ομορφάδα κι η λάμψη τους δεν είχε ματαφανεί σε αυτόν τον κόσμο και εκάτσανε δίπλα της στα ζερβά και τον κοιτάζανε από ψηλά.
Η κυρά τονε ρώτησε ποιος είναι και τι κάνει στο δάσος της και εκειός της είπε όλη την αλήθεια και εθύμωσε πολύ εκείνη, μα δεν το ΄δειξε και είπε μόνο να περιποιηθούν οι φύλακες τον ξένο σα βασιλιά κι εμπήκε μετά στη σπηλιά με τα παιδιά της.

Κι οι φύλακες εστρώσανε στ΄ αρχοντόπουλο κι έφαγε και αφήκανε τσι νεράιδες των δέντρων να το συντροφεύουν.

Η πανώρια η Κυρά δεν ήταν άλλη από κείνη την παλιοκόπελα που ΄διωξε ο βασιλιάς και πήγε στους φύλακες που ξέρανε τα πάντα και έγινε η Κυρά τους και εβασίλευε εκεί μαζί με τα τρία χρυσά παιδιά της , τα τρία αγγελούδια της και τσι νεράιδες των δέντρων.

Κι έκατσε κι εσυζήτησε με τα παιδιά της τι να κάνουνε να γυρίσουμε πίσω στο σπίτι στους και στο βασίλειο τους, γιατί εκείνη τον αγάπαγε τον άντρα της κι είχε καταλάβει ότι όλα τα ΄κανε η σκύλα η μάνα του.

Επήγε το λοιπόν και βρήκε το αρχοντόπουλο και του ΄ταξε ένα καράβι χρυσάφι και του ΄πε να πάνε όλοι μαζί στο παλάτι του βασιλιά τάχα πώς παντρευτήκανε και κάνανε και τρία χρυσά παιδιά, μαζί, τρία αγγελούδια.  Κι εσυμφώνησε εκειός και  είπε στους φύλακες της να βγάλουνε με σημάδια το βασιλιά και τα τρία τάχατες παιδιά του, στο μονοπάτι τ΄ ασημένιο το βράδυ με τη λάμψη του φεγγαριού.  Γιατί εκειός μαθές έψαχνε το ξένο αρχοντόπουλο σ΄ ούλο το δάσος να το βρει.

Έτσι κι έγινε. 
Εβρέθηκε ο βασιλιάς μπροστά στον ασημένιο δρόμο καβάλα στο μαύρο άλογο του και πίσω σε ένα άσπρο άλογο εκαθότανε τα τρία ζωντανά που ΄ξερε για παιδιά του και το ΄να νιαούριζε, τ΄ άλλο εβέλαζε και το τρίτο έσκουζε και χάλαγ΄ ο κόσμος .

Κι εσκεφτότανε να πάρει το μονοπάτι ή να μην το πάρει μιας και εσκιαζότανε κι ας ήταν βασιλιάς, τους φύλακες μην τονε φάνε κι εκειό και τα παιδιά του, γιατί έτσι ενομίζανε μαθές πώς τρώνε εκείνοι ανθρώπους .... και ζωντανά.

Κι είδε τότε να ΄ρχεται από τη λάμψη μια άμαξα ασημένια που τηνε σέρνανε άλογα ντυμένα στο χρυσάφι και γύρω οι φύλακες να χορεύουν με τα τραγοπόδαρα τους παίζοντας αυλούς, μαζί με τσι νεράιδες των δέντρων. Και μέσα στην άμαξα ήτανε τ΄ αρχοντόπουλο ντυμένο στα κόκκινα μετάξια σαν βασιλιάς και δίπλα του μια πανώρια Κυρά π΄ ομορφότερη δεν είχε δει στη ζήση του και πίσω καθισμένα τρία χρυσά παιδιά, τρία αγγελούδια.

Κι εκεί που κατάπιε τη γλώσσα του και μιλιά δεν έβγανε, του λέει τ΄ αρχοντόπουλο ότι η Κυρά είν΄ η γυναίκα του κι εκείνα τα χρυσά,  τα παιδιά του. 

Τους πήρε το λοιπόν όλους στο παλάτι και μόλις είδε η μάνα του τη νύφη της και τα χρυσά αγγόνια της κρύος ιδρώτας την έπιασε και ήταν να ανοίξει η γης να τηνε καταπιεί.

Ο βασιλιάς τους  δέχτηκε κι έστρωσε τραπέζι βασιλικό μα κάτι του ΄τρωγε τα σωθικά και ήυρε τη μάνα του και της λέει : "Μωρ΄ μάνα εκειά τα χρυσά παιδιά, τα αγγελούδια είν ίδια με εκειά που ΄χε πει η προκομένη ότι θα μου κάμει κι η Κυρά είν ίδια με δαύτηνε". 

Κι η μάνα τ΄ τ΄ είπε ότι απ΄τον καημό του τα λέει και η αρχοντοπούλα από το Ζάντε θα του κάμει όσα χρυσά παιδιά θέλει.

Κι έβαλε όμως σκοπό να τα ξεκάμει μια και καλή και τα χρυσόπαιδα και τη νύφη της. 

Κι έφκιαξε λαδόπιτα με μέλι απ΄ τα Αθάνι  που τ΄ ανακάτεψε με φαρμάκι δυνατό που ξετινάζει άλογο και έριξε απάνω αμύγδαλα μεγάλα και τους το ΄δωκε να το φάνε. 
Μα η Κυρά και τα παιδιά είπανε να φάει πρώτα ο βασιλιάς που ΄ταν ο νοικοκύρης του σπιτιού κι η βάβω εκιτρίνισε και τάχα έκανε πώς τσ ΄ έπεσε απ΄ τα χέρια και εμαζευτήκανε οι σφήκες να το φάνε και πέσανε όλες ψόφιες. 

Και εκατάλαβε ο βασιλιάς κι ποιος τον είδε και δεν τον εφοβήθηκε. Και αρπάζει τη γριά τη μάνα του και τηνε κόβει με το σπαθί του και έριξε τα κομμάτια της στους Σκάρους. (*)

(*) Έβαλε η Κυρά που ΄ταν καλή και τα μαζέψανε τα κομμάτια τση πεθεράς της οι φύλακες  και τηνε ματαφκιάσανε και τηνε στείλανε στ΄  άγιους Πάτέρες να γίνει καλογριά κρυφά από το βασιλιά. Κι έμεινε και επαρακάλαγε  με προσευχή να σχωρεθούν οι αμαρτίες της.

Κι έπειτα έπεσε στα γόνατα τση γυναικός του και της τα φίλησε και έκλαψε δάκρυ πικρό και εκείνη τονε συγχώρησε.

Κι εστείλανε το αρχοντόπουλο στο Ζάντε με ένα καράβι χρυσάφι.

Κι εζήσανε ευτυχισμένοι χρόνια πολλά και λαμπερά ο βασιλιάς, η Κυρά του και τα τρία χρυσά παιδιά, τα τρία αγγελούδια τους. 

Κι όλο το νησί εγέμισε χρυσάφι και όσα χρόνια εβασιλέψανε έλαμπε ο τόπος. 




Το παραμύθι αποτελεί ελεύθερη διασκευή των παραμυθιών " Τα τρία αγγελούδια" και "Οι τρεις αδερφές και τα τρία χρυσά παιδιά" που βρίσκονται καταγεγραμμένα στο βιβλίο του Πανταζή Κοντομίχη " Λαογραφικά Σύμμεικτα Λευκάδας" (σελ 386-391).

Η φωτογραφία είναι του Ανδρεά Στραγαλινού που μου την εμπιστεύτηκε (μαζί με τους "φύλακες" ... για να την ξεκάνω!!!

Ευχαριστώ Ανδρέα για άλλη μια φορά!

Μονοπάτι στους Σκάρους ... εκεί που κρύβονται οι φύλακες
















Χρυσούλα Σκλαβενίτη

Νηπιαγωγός με καταγωγή από τη Λευκάδα. Εδώ μέσα κάνω πράξη τα ελάττωμα μου: να φωτογραφίζω, να ερευνώ και να γράφω για το νησί μου, σ΄ ένα μείγμα ρομαντισμού και αυστηρού ρεαλισμού... γιατί πάντοτε ακροβατούσα ανάμεσα σ' αυτά τα δυο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου